Πρώτο, δεύτερο, τρίτο μάθημα όλα καλά και εκεί ήταν που έγινε το κακό. Αντί να ασκηθώ σ’ αυτά που μου έδινε ο δάσκαλος, που δεν ήταν τίποτε άλλο από ένα απλό ντο-ρε-μι και άντε πάλι από την αρχή και ξανά και ξανά μέχρις ότου το αυτί του να ικανοποιηθεί και να με πάει ένα βήμα πιο κάτω, εγώ σηκώθηκα στη μέση της αίθουσας έγειρα το κορμί μπροστά, έκλεισα τα μάτια σφικτά και φυσώντας στο επιστόμιο με το καλαμάκι ενώ ταυτόχρονα πάτησα τρία – τέσσερα κλειδιά έβγαλα ένα τραγικό ήχο, κάτι σαν δυνατή πορδή. Ένοιωθα Θεός εκείνη την ώρα. Είδα με τα μάτια της αχαλίνωτης φαντασίας μου τον τραγουδιστή του συγκροτήματος που με την φαντασία μου συμμετείχα, να στρέφει το κεφάλι του από το μικρόφωνο και να με παροτρύνει να συνεχίσω το σόλο μου. Χαμογέλασα και ετοιμάστηκα για τη συνέχεια, μα κάτι με σταμάτησε βίαια. Ήταν η σφαλιάρα από τον δάσκαλο και τα χάχανα της “μαρίδας” από την αίθουσα. Κοίταξα αποσβολωμένος τον μαέστρο σχεδόν παγωμένος. Ύστερα με μια αστραπιαία κίνηση ξεκρέμασα το όργανο και σχεδόν του το πέταξα. Ίσα που πρόλαβε να το αρπάξει στον αέρα. Στη συνέχεια άνοιξα την πόρτα και έφυγα τρέχοντας. Είχα θυμώσει πολύ, πάρα πολύ! Και είχα θυμώσει γιατί δεν μπόρεσε να διαβλέψει το ταλέντο μου, αλλά και για την χειροδικία του. Καλά για το δεύτερο, την σφαλιάρα, δεν μπορούσα να κάνω τίποτα. Με ένα παιδαγωγικό σύστημα που ως αξίωμα είχε «το ξύλο βγήκε από τον παράδεισο», διαμαρτυρία δεν σήκωνε. Η αμφισβήτηση του ταλέντου μου όμως; Εδώ δεν σήκωνε υποχώρηση.
Το βράδυ στο σπίτι που ερωτήθηκα από τον φιλόμουσο πατέρα μου για την πρόοδο μου, του περιέγραψα τα γεγονότα και δήλωσα ότι την φιλαρμονική και τον Ζαχαρία τον μαέστρο της, δεν ήθελα ποτέ να ξαναδώ ή να ξανακούσω. Μάταια ο πατέρας μου προσπάθησε να μου αλλάξει γνώμη. Ανένδοτος εγώ. Το μουσικό σαράκι όμως με έτρωγε. Ήθελα οπωσδήποτε να μάθω ένα μουσικό όργανο για να βγάζω μέσα απ αυτό τους νταλκάδες μου. Στο εμπορικό του Γιάννη Δερμιτζάκη που πούλαγε και κάποια μουσικά όργανα, μια και ο ίδιος ήταν λυράρης μουσικός, φιγουράρανε στη βιτρίνα του δυο τρείς φυσαρμόνικες Hohner. Όποτε κατέβαινα στην αγορά ή στην παραλία της πόλης και περνούσα απ εκεί, στεκόμουν και τις χάζευα. Πλησίαζαν Χριστούγεννα και ένα βραδάκι που ο πατέρας μου επέστρεψε «χαρούμενος» στο σπίτι εξ αιτίας μερικών τσικουδιών, φόρεσα το καλύτερο χαμόγελο μου και τον πλησίασα. «Τι είναι;», με ρωτάει. «Να», του λέω, «πώς να σου το πω, μια και η φιλαρμονική δεν μου έκατσε και αφού δεν υπάρχει ιδιώτης δάσκαλος για να μάθω το σαξόφωνο, έλεγα μήπως μου αγόραζες μια φυσαρμόνικα από αυτές που είδα στην βιτρίνα του Δερμιτζάκη, ώστε να εκτονώσω τον μουσικό δαίμονα που έχω μέσα μου».
«Δύσκολο όργανο» μου λέει εκείνος «….και δεν διδάσκεται. Θα πρέπει μόνος σου να το κάνεις. Προσπάθησα και εγώ κάποτε αλλά δεν τα κατάφερα». « πάρε μου την εσύ και θα δεις», είπα με πείσμα και αυτοπεποίθηση, τόση που τον έπεισα, γιατί το επόμενο κιόλας βράδυ, επέστρεψε στο σπίτι με ένα γλυκό χαμόγελο και μια διπλή μαύρη φυσαρμόνικα Hohner Tango, διπλωμένη μέσα σε ένα κομψό πακετάκι. Αφού την περιεργάστηκα καλά, την έβαλα στο στόμα μου και φύσηξα μέσα από τις τρύπες της. Στην αρχή έτσι, στην τύχη. Στο κατόπιν όμως άρχισα να βάζω σε μια σειρά τις νότες. Ντο,ρε,μι,φα,σολ,λα,σι,ντο και ανάποδα και ξανά από την αρχή σε διάφορους τόνους. Ο ήχος της με μάγευε.
Ο πατέρας, με το που επέστρεφε στο σπίτι το βράδυ, την έπαιρνε στα χέρια του και έπαιζε στο περίπου, κάτι που θύμιζε το δημοτικό άσμα «γερακίνα» και ένα άλλο, επίσης δημοτικό, την «Σαμιώτισα». «Άντε ακόμα να μάθεις κάτι;» με ρωτούσε κι εγώ ένοιωθα άβολα. Δύσκολο όργανο αλλά είχα θέληση και πείσμα. Ετσι έβαλα τα δυνατά μου και ένα βράδυ που επέστρεψε στο σπίτι του είπα να καθίσει κάτω για να απολαύσει την πρώτη μελωδία μου. Στήθηκα μπρός σε εκείνον και την μάνα μου, που ομολογουμένως είχα ξεκουφάνει όλη την ημέρα με τις πρόβες μου, έφερα την φυσαρμόνικα στα χείλη μου και έπαιξα το:
Μ’ άσπρα πουλιά και σύννεφα
τον ουρανό θα ντύσω
και τ’ όνομα σου αθάνατο
στην πέτρα θα κεντήσω.
Στο περιβόλι τ’ ουρανού
θα μπω για να διαλέξω
δάφνη μυρτιά κι αμάραντο
στεφάνι να σου πλέξω.
Αθήνα, Αθήνα.
Χαρά της γης και της αυγής
μικρό γαλάζιο κρίνο.
Κάποια βραδιά στην αμμουδιά
κοχύλι σου θα μείνω.
Το κομμάτι το έπαιξα πολύ καλά γιατί έμεινε ο πατέρας μου με το στόμα ανοιχτό να με κοιτάζει και σαν έκανα φινάλε σηκώθηκε και με αγκάλιασε. «Άμα θέλεις μπορείς» μου είπε και κοίταξε με νόημα την μάνα μου για να δει αν συνορίζεται την χαρά του. Απ εκείνη τη βραδιά και μετά η φυσαρμόνικα έγινε σύντροφος. Την παραμονή των Χριστουγέννων και της πρωτοχρονιάς βγήκα στην γύρα για τα κάλαντα με την φυσαρμόνικα και είχα απίστευτη επιτυχία γιατί η τσέπη μου γέμισε χρήματα.
Έπαιζα ατέλειωτες ώρες ανακαλύπτοντας καινούριες μελωδίες τις οποίες παρουσίαζα στον πατέρα μου που τώρα είχε πάρει το ρόλο του κριτή στα σοβαρά. Ο ίδιος είχε πολύ μουσικό αυτί, έπαιζε μαντολίνο και τραγουδούσε ντουέτα με την πολύ καλλίφωνη μητέρα μου. Άρχισα σιγά σιγά να μαθαίνω τις μελωδίες τους και τους συνόδευα με την φυσαρμόνικά μου.
Πέρασαν τα χρόνια και παράλληλα με όποιες άλλες δεξιότητες απέκτησα μέσα από το σχολείο και τις σπουδές μου, την φυσαρμόνικα ποτέ δεν την ξέχασα και ποτέ δεν την άφησα από τα χέρια μου. Μου άρεσε, με διασκέδαζε, με ξεκούραζε. Μαζί μου σε εκδρομές και σε συναντήσεις διασκέδασης με τους φίλους μου, πότε μόνη της και πότε με την συνοδεία μιας κιθάρας, γέμιζε την ατμόσφαιρα με νταλγκάδες. Ο ήχος της έβγαινε κατά πως ήταν η διάθεσή μου, λυγμός όταν δεν είχα κέφι και κελάρυσμα γέλιου όταν ήμουν χαρούμενος. Γέμιζε η μελωδία της την πλατεία του Σαρπάκη στα Φηρά κάτι βράδια με φεγγάρι και την παραλία του Αη Γιώργη στη Νάξο καθισμένος την αμμουδιά με την αγαπημένη γερμένη στον ώμο μου να μετρά τα αστέρια και ένα γύρω, σκιές παρακαθήμενοι να σιγοτραγουδούν στις νότες της. Και μετά σωρός τα παλαμάκια και φωνές να παροτρύνουν «κι άλλο, κι άλλο».
Ναύτης στο Παλάσκα, το κέντρο εκπαίδευσης νεοσυλλέκτων είχα την φυσαρμόνικα στο σακίδιο μου. Τα βράδια πριν το σιωπητήριο μαζευόμαστε καμιά δεκαριά νοματαίοι για να βγάλουμε όλα μας τα ντέρτια με κανένα τραγουδάκι κι εγώ στο κέντρο με την φυσαρμόνικα έβαζα τα δυνατά μου για το καλύτερο αποτέλεσμα.
Κάποια μέρα μας είπαν να συγκεντρωθούμε σε παράταξη στην πλατεία και εκεί ένας αξιωματικός της φιλαρμονικής μπάντας του Ναυτικού ήρθε για άγρα νέων μουσικών.
«Όσοι γνωρίζουν κάποιο μουσικό όργανο να κάνουν ένα βήμα μπροστά», είπε με αδρή φωνή. Βγήκαν τρείς τέσσερεις νεοσύλλεκτοι και μαζί μ’ αυτούς και εγώ. Άρχισε ο αξιωματικός να ρωτάει ένα- ένα για το τί όργανο γνωρίζει. Έφθασε και η σειρά μου. Στάθηκα προσοχή και με επισημότητα στην φωνή απάντησα στην ερώτησή του. «Φυσαρμόνικα»! Με κοίταξε συνοφρυωμένος και μου φώναξε «πήγαινε στη σειρά σου παιδί μου. Άκου φυσαρμόνικα. Σε λίγο θα βγει κάποιος και θα μου πει πως ξέρει να σφυρίζει». Κανείς δεν γέλασε στην παρατήρησή του, ούτε που μειδίασε καν. Ήταν όλοι αυτοί που με άκουγαν τα βράδια στον θάλαμο να τους διασκεδάζω με τις μελωδίες μου.
Πέρασαν τα χρόνια, ταξίδευα στις μακρινές θάλασσες της Ιαπωνίας. Παραμονές Χριστουγέννων το καράβι μου ρεμετζάρισε στις αποβάθρες της Γιοκοχάμα. Ένα πρωί έκανα βόλτα στην πολυσύχναστη αγορά της και το βλέμμα μου μαγνήτισε σε κάποια βιτρίνα, μια σειρά από διατονικές φυσαρμόνικες της Tombo. Μπήκα στο κατάστημα και ζήτησα στον πωλητή να μου τις δείξει. Εκείνος τις έφερε κρατώντας τις με γαντοφορεμένο χέρι και με ευλάβεια. Η συγκεκριμένη φυσαρμόνικα ήταν διαθέσιμη σε όλα τα κλειδιά και κλίμακες ματζόρε – μινόρε. Ήμουν διατιθέμενος να αγοράσω ολόκληρη την σειρά. Ζήτησα από τον πωλητή να μου επιτρέψει να δοκιμάσω κάποια από αυτές. Εκείνος μειδίασε και μου έγνευσε σείοντας το κεφάλι του και κουνώντας την παλάμη του χεριού του με τρόπο που δεν καταλαβαίνεις αν είναι ναι ή όχι. Τελικά ήταν όχι. Δεν μου το επέτρεπε. Του λέω Ο.Κ, αυτή την φυσαρμόνικα την αγοράζω. Μου είπε την τιμή. Έβγαλα το πορτοφόλι και την πλήρωσα.
Αμέσως μετά την έβγαλα από το κουτί της και άρχισα σε ντο ματζόρε να παίζω το “never on Sunday”, Ελληνιστί «τα παιδιά του Πειραιά». Και αμέσως μετά, μια και ήταν παραμονή Χριστουγέννων το «silent night” η Άγια νύχτα. Έμειναν πωλητές και πελάτες να με ακούν. Και σαν τέλειωσα τους χάρισα ένα χαμόγελο και εκείνοι μου επέστρεψαν ένα θερμό χειροκρότημα. Ο πωλητής με πλησίασε με απολογητικό ύφος και προσφέροντάς μου τις υπόλοιπες φυσαρμόνικες της σειράς μου είπε «You are a very good harmonica performer. You may try all of them»! Τις αγόρασα, φυσικά, όλες και τις δοκίμασα αργότερα στην καμπίνα του πλοίου μου αλλά και στο σαλόνι κατά την διάρκεια του χριστουγεννιάτικου ρεβεγιόν κάτω από τις επευφημίες των συναδέλφων.
Είναι αυτές, οι ίδιες φυσαρμόνικες που παρόλο ότι έχουν περάσει κάποιες δεκαετίες από τότε, τις διατηρώ σε πάρα πολύ καλή κατάσταση και πολύ συχνά τις χρησιμοποιώ. Είναι αυτές που κατά την διάρκεια του εγκλεισμού λόγω πανδημίας κορωνοϊού , είχα την ιδέα να κάνω τρείς “live” παραστάσεις και να μοιραστώ με τους φίλους μου τις μελωδίες που αγάπησα, που αγαπήσαμε όλοι μας.
Συγγραφέας: Μιχάλης Τριανταφύλλου
Ο Μιχάλης Τριανταφύλλου γεννήθηκε το 1952 στα Γιάννενα από γονείς νησιώτες που βρέθηκαν εκεί λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων του πατέρα του. Είναι Α’ μηχανικός του Εμπορικού Ναυτικού σε απομαχία, απόφοιτος της ΑΔΣΕΝ, Μηχανικών Σκαραμαγκά / τάξη 1974 και κάτοχος διπλώματος μηχανικού του Εμπορικού Ναυτικού, Α’ τάξης. Κατά την τριακονταετή ναυτική του καριέρα έχει εργαστεί σε εμπορικά πλοία των περισσοτέρων κατηγοριών, αλλά και σε επιτελική θέση στεριάς. Έχει ασχοληθεί με την μετάφραση ναυτικών τεχνικών κειμένων και έχει δημοσιεύσει άρθρα, σε περιοδικά και διαδικτυακές εφημερίδες. Το 2020 εξέδωσε τη συλλογή από ναυτικά διηγήματα με τίτλο “Από αλμύρα και ατσάλι“, εκδόσεις της Νέας Διάστασης
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου