Τον Σεπτέμβριο του 1967, το εργοστάσιο παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, στην Σητεία, σταμάτησε να λειτουργεί διότι ολόκληρη η περιοχή της Ανατολικής Κρήτης ηλεκτροδοτήθηκε από τον σταθμό του Ηρακλείου.Ένα μήνα αργότερα, ο πατέρας μου, προϊστάμενος τότε στο εργοστάσιο της Σητείας και δύο ακόμα συνάδελφοι του, μετατέθηκαν στην Σαντορίνη.
Η υπηρεσία διέθεσε ένα οχηματαγωγό πλοίο ανοιχτού τύπου, (παντόφλα), το οποίο θα μετέφερε τις οικογένειες , τρία φορτηγά αυτοκίνητα επάνω στα οποία είχαν φορτωθεί τα νοικοκυριά τους και μία από τις γεννήτριες μαζί με την κινητήρια μηχανή της, που θα την εγκαθιστούσαν στο εργοστάσιο της Σαντορίνης.
Το πλοίο απέπλευσε από το λιμάνι αργά το απόγευμα. Όλοι ήμασταν πολύ συγκινημένοι, μια και αποχαιρετούσαμε έναν όμορφο τόπο και πολύ αγαπητά πρόσωπα. Οι δύο συνάδελφοι του πατέρα μου που ήταν από την Σητεία, είχαν έναν ακόμα λόγο μια και ξενιτεύονταν και αποχαιρετούσαν σπίτια, συγγενείς και φίλους ζωής. Η συγκίνηση διακατείχε και την δική μου οικογένεια, διότι στα τρία χρόνια της παραμονής μας εκεί, είχαμε εγκλιματιστεί και είχαμε αναπτύξει φιλικούς δεσμούς με τους πολύ φιλόξενους Σητειακούς.
Είχα αρχίσει να φοιτώ στην τετάρτη τάξη, του εξατάξιου τότε γυμνασίου και ο Θανάσης ο αδελφός μου στην τελευταία τάξη του δημοτικού σχολείου. Θα έπρεπε να αλλάξουμε σχολεία, δασκάλους, συμμαθητές και φίλους. Όλοι μας λοιπόν είχαμε κάποιο λόγο για να μην είμαστε ευχαριστημένοι με αυτή την αλλαγή στην ζωή μας που μας υπέβαλε η ΔΕΗ.
Ξημερώματα της επόμενης μέρας, το πλοίο πλησίαζε το «Ακρωτήρι» στην Σαντορίνη, όταν μας ειδοποίησαν ότι έπρεπε να ετοιμαστούμε για την αποβίβασή μας στο λιμάνι του «Αθηνιού». Ετοιμαστήκαμε και όλο περιέργεια, μετά από πρόσκληση του καπετάνιου, ανεβήκαμε στην γέφυρα για να δούμε τον καινούριο τόπο διαμονής. Στην θέα της καλντέρας και των ηφαιστειακών νησίδων, «παλαιάς και νέας Καμένης», κάποιοι άνοιξαν το στόμα τους διάπλατα, από την αγριάδα του τοπίου. Οι γυναίκες, μετά την πρώτη «κρυάδα» έβαλαν τα κλάματα, φωνάζοντας ότι ήθελαν να τις γυρίσει το πλοίο πίσω στην Σητεία. Οι δύο συνάδελφοι του πατέρα μου άρχισαν να τον αγριοκοιτάζουν, θεωρώντας τον υπεύθυνο για το ξεβόλεμα από την γόνιμη πατρίδα τους κι εκείνος προσπαθούσε να βρει λόγια για να τους καθησυχάσει .
Λίγη ώρα αργότερα το πλοίο ρεμετζάρισε την πλώρη και έριξε τον καταπέλτη του στην, ο τρόπος του λέγειν, προβλήτα. Αποβιβαστήκαμε και στα πρόσωπα όλων ανεξαιρέτως ήταν αποτυπωμένος ο φόβος. Το τοπίο γύρω μας, πάνω μας, πίσω μας και ολούθε μας, έμοιαζε σεληνιακό.
Μας υποδέχτηκαν με εγκαρδιότητα και ζεστό χαμόγελο οι υπεύθυνοι του ηλ. σταθμού, ο Γεώργιος Γιαννακούλιας (πεθερός του Γιώργου Γρατσία του γυμνασιάρχη μας) και ο Μηνάς Βλαβιανός.
Βλέποντας το τρομαγμένο ύφος, ιδιαίτερα των γυναικών, προσπάθησαν και οι δύο να μας καθησυχάσουν μιλώντας με κολακευτικά λόγια για το νησί τους. Στην συνέχεια και αφού η κάθε οικογένεια επιβιβάστηκε στο αυτοκίνητο όπου ήταν φορτωμένη η πραγμάτια της άρχισε η περιπέτεια της ανάβασης μέσα από εκείνο στενό κακοτράχαλο καλντερίμι που συνέδεε τον «Αθηνιό» με το επίπεδο μέρος του νησιού. Εμείς φοβισμένοι, σφιγμένοι ο ένας επάνω στον άλλο και με ένα πατέρα να προσπαθεί να μας ισιώσει το κέφι, παρακολουθούσαμε τις προσπάθειες του οδηγού να κρατήσει το φορτηγό επάνω στον δρόμο. Ευλόγησε ο Θεός και ανεβήκαμε κάποια στιγμή και σαν πάτησαν οι ρόδες επάνω στην διασταύρωση με τον κεντρικό δρόμο και ίσιωσε το αυτοκίνητο παίρνοντας κατεύθυνση προς τα «Φηρά», φωτίστηκαν οι τρομαγμένες ψυχές από την εκ διαμέτρου αντίθετη εικόνα που αντίκρισαν τα μάτια μας. Ξεζάρωσε το κλαμένο πρόσωπο της μάνας μου, άνοιξαν από ενδιαφέρον, για το καινούριο που ανοιγόταν μπροστά μας, τα μάτια τα δικά μου και του αδελφού μου και ηρέμησε ο πατέρας μου σαν είδε αυτή την απότομη αλλαγή στην διάθεση μας. Αντίστοιχα ήταν τα συναισθήματα και των υπολοίπων που μας ακολουθούσαν με τα άλλα δύο αυτοκίνητα. Όταν από το ύψος του «Πύργου» αρχίσαμε να κατηφορίζουμε κατά την «Μεσαριά» το τοπίο μπροστά μας ήταν από άκρη σε άκρη μαγευτικό. Έσφιξα το χέρι του αδελφού μου και του ψιθύρισα πως μου άρεσε ο τόπος πάρα πολύ και πως είχα την διαίσθηση ότι θα περνούσαμε πολύ ωραία. Συμφώνησε κουνώντας το κεφαλάκι του.
Μια και τα σπίτια όπου θα κατοικούσαμε είχαν ήδη κλειστεί, το αυτοκίνητο μας πήγε κατευθείαν εκεί. Μια χαμηλή μονοκατοικία με ασβεστωμένη αυλή στο «Κοντοχώρι», επάνω στην διασταύρωση του χωμάτινου τότε δρόμου που οδηγεί στο «Βουρβούλο». Μας καλοδέχτηκαν οι ιδιοκτήτες του σπιτιού, δύο συμπαθητικά γεροντάκια, ο Λευτέρης και η Μαρία Κορωνιού οι οποίοι έμεναν σε ένα σπιτάκι δίπλα από το δικό μας στην ίδια αυλή. Η θέα από το σπίτι ήταν σαγηνευτική. Ολόκληρο το Αιγαίο, χαλί απλωμένο μπροστά μας. Η γη, που καλυπτόταν από φιστικιές και κλήματα, έδινε μια πράσινη νότα, σε αντίθεση με το απέραντο γαλάζιο της θάλασσας.
Δυο-τρείς εργάτες, ξεφόρτωσαν τα πράγματα από το φορτηγό και τα μετέφεραν στο σπίτι. Για αρκετές ώρες βοηθήσαμε την μάνα μας στο στήσιμο των κρεβατιών και των πιο αναγκαίων από τον πακεταρισμένο εξοπλισμό, ενώ ο πατέρας μου πήγε να οργανώσει τον τρόπο μεταφοράς της νέας μηχανής από τον Αθηνιό στο εργοστάσιο, που ήταν τότε στεγασμένο σε ένα παράπηγμα με σκεπή από λαμαρίνες, επάνω στον κεντρικό δρόμο Φηρών Μεσαριάς, λίγο πριν το κοιμητήριο. Για την ιστορία θα αναφέρω ότι η επιχείρηση της μεταφοράς διήρκησε τρία μερόνυχτα, αφού σε πολλά σημεία του δρόμου αναγκάζονταν να κάνουν διανοίξεις ώστε να μπορεί να περνάει το φορτηγό που ρυμουλκούσε την φορτωμένη νταλίκα με την μηχανή. Όταν σουρούπωσε, με τον αδελφό μου κάναμε την πρώτη αναγνωριστική βόλτα στην καινούρια γειτονιά μας και το κέντρο της πόλης. Παντού σπίτια ερειπωμένα ανάκατα με νεόχτιστα με εκείνη την χαρακτηριστική καμπυλωτή σκεπή, χτισμένα το ένα δίπλα στο άλλο σαν σε καταυλισμό. Μόνο έντεκα χρόνια είχαν περάσει από τον μεγάλο καταστροφικό και φονικό σεισμό και οι πληγές στο νησί ακόμα «αιμορραγούσαν».
Φτάσαμε μπροστά στον μητροπολιτικό ναό της «Παναγίας του Μπελλώνια». Ακουμπισμένοι στο προστατευτικό στηθαίο του λιθόστρωτου δρόμου, μπροστά από την εκκλησία, μείναμε έκθαμβοι με την εικόνα που αντίκρισαν τα μάτια μας. Την εικόνα που δεκαετίες αργότερα θα έκανε την Σαντορίνη διάσημη σε ολόκληρο τον κόσμο. Ήταν ένα μαγευτικό σούρουπο και ο ορίζοντας πίσω από το νησάκι της «Θηρασιάς», θαρρείς πως είχε πάρει φωτιά από από τον ήλιο που είχε κρυφτεί πίσω της πριν λίγη ώρα.
Λίγο αργότερα, έξω από το βιβλιοπωλείο του Χρύσανθου Αργυρού, συνάντησα και γνώρισα τον πρώτο συνομήλικο, συμμαθητή και φίλο, τον Μανώλη Γρατσία, που πολλά χρόνια αργότερα έφυγε τόσο άδικα από κοντά μας, δίνοντας τέλος στη ζωή του.
Τις επόμενες ημέρες, γνώρισα και τους υπόλοιπους, οι οποίοι με υποδέχτηκαν, με αγκάλιασαν και με έκαναν να νιώσω από την πρώτη στιγμή, ότι ήμουν ένας από αυτούς.
Συμμαθητής και γείτονάς μου στο Κοντοχώρι ο Χρύσανθος Σιγάλας, έγινε φίλος καρδιάς και από τότε δεν χωρίσαμε ποτέ. Με τον Μανώλη Μενδρινό πέραν της δυνατής και διαχρονικής φιλίας που μας συνδέει από εκείνα τα αγαπημένα χρόνια, έχουμε γίνει δύο φορές κουμπάροι αφού τον παντρέψαμε και βαφτίσαμε την Ασημίνα, την κόρη του.
Ανασκαλεύει ο νους μου τις αναμνήσεις και ζω ξανά τα όμορφα εκείνα χρόνια.
Θυμάμαι τότε που τρέχαμε τα κυριακάτικα πρωινά, μετά τον υποχρεωτικό, ομαδικό εκκλησιασμό, να βρούμε μια θέση μέσα στο μικροσκοπικό ταβερνάκι της "Μπουζούς" για να απολαύσουμε τους καταπληκτικούς ντοματοκεφτέδες του.
Ποτέ μου δεν έμαθα το πραγματικό όνομα του ιδιοκτήτη της ταβερνούλας. "Μπουζού" , τον ξέραμε. Αυτά που έφτιαχνε, ήταν λίγα αλλά καταπληκτικά στη γεύση. Ντοματοκεφτέδες και μπακαλιάρο τηγανιτό, τίποτε άλλο.
Ο κάθε ντοματοκεφτές κόστιζε ένα πενηνταράκι. Μια δραχμή κόστιζε ένα κομμάτι λαχταριστού τηγανιτού μπακαλιάρου. Ένα πενηνταράκι το ψωμί και ένα πενηνταράκι το ποτήρι το κρασί, το περίφημο "νυχτέρι", που το διαφήμιζε στους τουρίστες που ανέβαιναν από το γιαλό με τα γαιδουράκια° "Vino Santorinο, Vino Santorino".
Εκεί λοιπόν, μέσα στο μικροσκοπικό αυτό ταβερνάκι, μαζευόμαστε και τα τσούζαμε όλη η παρέα. Εγώ, ο Χρύσανθος Σιγάλας, ο Μανώλης Μενδρινός, ο Σιγουράς Αναπλιώτης και ο Σπύρος Μάρκου, είμαστε οι πιο τακτικοί. Μετρημένα ήταν τότε τα στέκια στο νησί. Το κουτούκι της "Μπουζού", το ζαχαροπλαστείο του Ζώτου με τις υπέροχες σοκολατίνες, η βεράντα του φωτογράφου με τις καταπληκτικές πορτοκαλάδες και την μοναδική θέα στην Καλντέρα, αλλά και ο Μπάμπης που έφτιαχνε τα νόστιμα σουβλάκια του, τα οποία τύλιγε σε φέτα ψωμιού αντί για την κλασική πίτα που δεν υπήρχε στη Σαντορίνη. Ήταν η εποχή που τα ραδιόφωνα έπαιζαν τραγούδια του Adamo, του Albano, του Τοm Jones, των Olympians, των Charms, των idols, των Sounds και άλλων πολλών τραγουδιστών και συγκροτημάτων, εγχώριων και αλλοδαπών, ενώ στην ταβέρνα του Μπάμπη οι εξωσχολικοί μάγκες χόρευαν χασάπικο και ζεϊμπέκικο με ακούσματα του Χρηστάκη, του Ευσταθίου, του Παπαδάκη, του Κόκοτα, της Μοσχολιού και άλλων λαϊκών αστέρων της εποχής.
Εμείς πάλι, οι "μοντέρνοι", κάποια βράδια συνοδευόμενοι από τα κορίτσια μας καταφεύγαμε στο πρώτο και μοναδικό club του νησιού, το «Volcano», για να πιούμε το βερμουτάκι μας και να ερωτευτούμε χορεύοντας αγκαλιασμένοι στους ήχους των αγαπημένων μας τραγουδιών.
Τρία χρόνια ήταν το πέρασμα μας από την Σαντορίνη. Τον Σεπτέμβριο του 1970, η ΔΕΗ μας έστειλε στην Νάξο, τόπο επίσης λατρεμένο και πατρίδα της καρδιάς, μια και σ' αυτόν δημιούργησα την δική μου οικογένεια και κατοικώ μέχρις και σήμερα.
Την Σαντορίνη όμως, δεν την ξέχασα ποτέ και μαζί μ' αυτήν τους ανθρώπους της, τους συμμαθητές και τις συμμαθήτριες μου, τους φίλους και τις φίλες μου….ποτέ! Η δουλειά μου στα ακτοπλοϊκά και τουριστικά πλοία, με βοήθησε να κρατήσω διαχρονική επαφή με το νησί.
Ένας τιμητικός έπαινος από τον Δήμο της για την προσφορά μου στις ακτοπλοϊκές συγκοινωνίες του νησιού, κοσμεί μια μικρή γωνίτσα του γραφείου και της καρδιάς μου.
Τώρα, απόμαχος πλέον, προσκεκλημένος από τους φίλους μου, την επισκέπτομαι δύο με τρείς φορές κάθε χρόνο. Κάθε φορά που βρίσκομαι εκεί, δεν παραλείπω να περνώ από όλα εκείνα τα μέρη που η αύρα τους γεφυρώνει το σήμερα με το χθες και με κάνουν να ξαναζώ τα χρόνια της εφηβείας στην Σαντορίνη του τότε, την "δική" μου Σαντορίνη. Χρόνια, που αν και «πέτρινα» ήταν όμορφα και παραμένουν ανεξίτηλα χαραγμένα στην καρδιά και την σκέψη μου !
Νάξος, 28/05/2021
Ο Μιχάλης Τριανταφύλλου γεννήθηκε το 1952 στα Γιάννενα από γονείς νησιώτες που βρέθηκαν εκεί λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων του πατέρα του. Είναι Α’ μηχανικός του Εμπορικού Ναυτικού σε απομαχία, απόφοιτος της ΑΔΣΕΝ, Μηχανικών Σκαραμαγκά / τάξη 1974 και κάτοχος διπλώματος μηχανικού του Εμπορικού Ναυτικού, Α’ τάξης. Κατά την τριακονταετή ναυτική του καριέρα έχει εργαστεί σε εμπορικά πλοία των περισσοτέρων κατηγοριών, αλλά και σε επιτελική θέση στεριάς. Έχει ασχοληθεί με την μετάφραση ναυτικών τεχνικών κειμένων και έχει δημοσιεύσει άρθρα, σε περιοδικά και διαδικτυακές εφημερίδες. Το 2020 εξέδωσε τη συλλογή από ναυτικά διηγήματα με τίτλο “Από αλμύρα και ατσάλι“, εκδόσεις της Νέας Διάστασης