Δημοφιλείς αναρτήσεις

Τετάρτη 21 Απριλίου 2021

"Μια ιστορία σαν παραμύθι" του Μιχάλη Τριανταφύλλου

Μια φορά και ένα καιρό, στον ουράνιο κόσμο που πηγαίνουν οι άνθρωποι όταν πεθάνουν, «ζούσε» η ψυχή κάποιου που κάποτε στη γη ήταν βασιλιάς. Βασίλεψε σε πάρα πολύ νεαρή ηλικία, όχι στη χώρα που γεννήθηκε, αλλά σε μια ξένη, που μόλις είχε κερδίσει, μέσα από σκληρούς αγώνες, την ελευθερία της και προσπαθούσε να αποτινάξει τις στάχτες και τα αποκαΐδια της σκλαβιάς και του πολέμου για την ανεξαρτησία.
Οι «μεγάλοι» που ορίζουν τη μοίρα των «μικρών», αποφάσισαν πως αυτή η μικρή νεοσύστατη χώρα, για να κυβερνηθεί θα έπρεπε να αποκτήσει ένα βασιλιά. Ένα κυβερνήτη ο οποίος όμως θα ήταν του χεριού τους και θα μπορούσαν να τον ελέγχουν.
Ανάμεσα σε πάρα πολλούς, επέλεξαν τον πρίγκιπα της ιστορίας μας. Του έδωσαν το χρίσμα και επειδή ήταν ανήλικος ακόμα και δεν μπορούσε μόνος να ασκήσει τα βασιλικά του καθήκοντα, φρόντισαν να βάλλουν κηδεμόνες που θα μπορούσαν να τον καθοδηγούν και να τον κατευθύνουν έτσι όπως επιθυμούσαν οι «μεγάλοι». Πριν ξεκινήσει για την καινούρια πατρίδα, ο νεαρός πρίγκιπας, παντρεύτηκε την εκλεκτή της καρδιάς του. Έτσι η φτωχή χώρα απέκτησε ταυτόχρονα Βασιλιά, βασίλισσα και αντιβασιλείς, όπως έλεγαν τους καθοδηγητές του. Σαν έφτασαν στη νέα τους πατρίδα, μια χώρα ερειπωμένη και λεηλατημένη από την σκλαβιά και τον πόλεμο, εγκαταστάθηκαν και από την επόμενη κιόλας ημέρα, άρχισαν την ανασυγκρότηση της. Έφεραν τους καλύτερους αρχιτέκτονες και βρήκαν τους καλύτερους κτιστάδες. Άρχισαν με την ανοικοδόμηση της πόλης που επέλεξαν για να κτίσουν την πρωτεύουσα του κράτους και πολύ γρήγορα τα έργα επεκτάθηκαν σε όλη την επικράτεια. Έφτιαξαν το παλάτι τους και δίπλα του, με την προσωπική επίβλεψη της νεαρής βασίλισσας δημιούργησαν ένα υπέροχο κήπο, με λουλούδια, θάμνους και θεόρατα δένδρα που έφεραν από τα πέρατα του κόσμου. Έφτιαξαν νοσοκομείο, πανεπιστήμιο και βιβλιοθήκη. Έφτιαξαν κτήρια για να στεγάσουν τράπεζες και υπηρεσίες του κράτους. Έφτιαξαν θέατρα και μουσικές σκηνές, αρχιτεκτονικά αριστουργήματα σύμφωνα με τα πρότυπα των σύγχρονων πόλεων της εποχής.
Ο νεαρός βασιλιάς, είχε πολλά σχέδια και έκανε πολλά όνειρα για την χώρα που του εμπιστεύτηκαν και ήθελε να αποδείξει ότι μπορούσε να σταθεί αντάξιος της εμπιστοσύνης τους. Για να μπορέσει να καταλάβει καλύτερα το λαό, έμαθε τη γλώσσα του, ασπάστηκε τη θρησκεία του και δεν έχανε ευκαιρία να βγαίνει στο δρόμο, καλυμμένος, ώστε να μην τον αναγνωρίζουν, προσπαθώντας να καταλάβει πως σκέπτονται, ποια είναι τα προβλήματα και οι ανάγκες τους. Ο νεαρός αυτός είχε όραμα, πράγμα που δεν συναντά κανείς εύκολα και συχνά σε βασιλείς και κυβερνήτες. Ήθελε να βασιλεύει σε μια όμορφη χώρα και βοηθούμενος πάντα από τη βασίλισσα έβαζε όλες του τις δυνάμεις για να το επιτύχει.
Περνούσαν τα χρόνια και η χώρα προόδευε. Απέκτησε τακτικό στρατό, εκπαιδευμένο από αξιωματικούς των «μεγάλων» και δημόσια διοίκηση. Ο νεαρός βασιλιάς ενηλικιώθηκε και απαλλάχθηκε, φανερά τουλάχιστον, από την κηδεμονία των αντιβασιλέων. Μαζί με τη βασίλισσά του δεν έκαναν τίποτε άλλο από το να σκέπτονται και να υλοποιούν σχέδια ανάπτυξης για τη χώρα και το λαό της. Δυστυχώς για εκείνους, δεν απέκτησαν παιδιά. Η διαδοχή του Βασιλιά εφ όσον δεν υπήρχε διάδοχος, ήταν κάτι που ενοχλούσε τους «μεγάλους». Έτσι άρχισαν σιγά σιγά να προετοιμάζουν το έδαφος για την αντικατάστασή του που δεν άργησε να γίνει.
Με τη βασίλισσα του, εγκατέλειψαν τη χώρα που λάτρεψαν. Στο νέο τόπο που εγκαταστάθηκαν, ποτέ δεν ξέχασαν την πατρίδα της καρδιάς τους. Μιλούσαν τη γλώσσα της και φορούσαν τις φορεσιές της.
Ο Βασιλιάς από την πολύ στεναχώρια αρρώστησε βαριά. Μάταια προσπαθούσαν οι γιατροί να τον κάνουν καλά. «Πηγαίνετε με πίσω, αυτό είναι το φάρμακο που θα γιάνει», τους έλεγε. Πέθανε όμως δίχως να αξιωθεί να πάει ποτέ ξανά εκεί όπου είχε αφήσει την καρδιά και τη σκέψη του.
Μετά από πάρα πολλά χρόνια ο βασιλιάς, πήγε στον αρχάγγελο και του είπε ότι ζητάει ακρόαση από τον Θεό. Ο αρχάγγελος ικανοποίησε το αίτημα του και πράγματι οδηγήθηκε μπροστά στο μεγαλοδύναμο.
«Τι θέλεις;» τον ρώτησε Εκείνος. «Μεγαλοδύναμε, θέλω μια μεγάλη χάρη», απάντησε και συνέχισε κομπιάζοντας, «θέλω να μου επιτρέψεις να δω τη χώρα στην οποία ήμουν βασιλιάς. Την χώρα που αγάπησα και της αφιέρωσα τη ζωή μου. Με εκθρόνισαν όμως, με εξόρισαν και δεν μου επέτρεψαν να ξαναπάω. Αυτό με γέμισε θλίψη και ήταν η αιτία του θανάτου μου. Σε παρακαλώ κάνε μου αυτή τη χάρη. Έχουν περάσει από τότε, σχεδόν εκατόν εξήντα χρόνια. Έχω μεγάλη περιέργεια να δω την εξέλιξη τόσον της χώρας όσον και των κατοίκων της. Έμαθα, από ανθρώπους που πέθαναν και «ήρθαν» εδώ πολύ αργότερα από εμένα, ότι τώρα δεν υπάρχει Βασιλιάς για να τους κυβερνά, αλλά κυβερνά ο λαός με τους αντιπροσώπους που έχει εκλέξει. Δημοκρατία το λένε. Είμαι πολύ περίεργος να το δώ από κοντά. Σε ικετεύω, κάνε μου αυτή τη χάρη και εγώ θα είμαι αιώνιος και άοκνος υπηρέτης σου».
Το σκέφτηκε ο θεός και του έδωσε μια ολιγοήμερη άδεια με την προϋπόθεση ότι θα τον συνόδευε ένας αρχάγγελος. Την επόμενη κιόλας στιγμή βρέθηκαν να περπατούν στους δρόμους της πρωτεύουσας που όμως τίποτα δεν θύμιζαν στο βασιλιά.
«Μα που είναι τα κτήρια που έφτιαξα;», ρώτησε τον συνοδό του αρχάγγελο. «Είσαι σίγουρος ότι βρισκόμαστε στο σωστό μέρος;» «Ναι, σίγουρος είμαι», του απάντησε εκείνος «σιγά σιγά θα προσαρμοστείς, θα θυμηθείς, δεν μπορεί;».
Περπατούσαν σε ένα φαρδύ δρόμο ανάμεσα σε βιαστικούς διαβάτες και άσχημα κλειστά κτήρια, με άθλια εμφάνιση και βρώμικες προσόψεις. Κάπου κάπου συναντούσαν ανθρώπους να κοιμούνται στο δρόμο επάνω σε ανοιγμένα χαρτόκουτα, τυλιγμένοι μέσα σε κουρέλια. Έσκυψε και ρώτησε έναν από αυτούς γιατί βρισκόταν εκεί και όχι στο σπίτι του. Ο άνθρωπος τον κοίταξε με απορία. «Γιατί δεν έχω σπίτι, μου το πήρε η τράπεζα», του αποκρίθηκε. «Σου το πήρε η τράπεζα και πως γίνεται αυτό αφού πρόκειται για το δικό σου σπίτι;» ρώτησε ξανά ο βασιλιάς. «Μα που ζεις; Μου το πήρε η τράπεζα γιατί δεν είχα να πληρώσω τη δόση του δανείου που μου έδωσε για να το αγοράσω. Και δεν είχα να πληρώσω την δόση διότι το κράτος μου μείωσε τη σύνταξη μου στο μισό με αποτέλεσμα αυτή που μου απόμεινε να μην επαρκεί για να πληρώνω τις υποχρεώσεις μου και να έχω μία αξιοπρεπή ζωή».
Τον άφησε, αλλά η απάντηση που πήρε δεν του έλυσε την απορία, πως είναι δηλαδή δυνατόν η τράπεζα να παίρνει τα σπίτια των ανθρώπων. Και το κράτος; Τι έκανε για να τους προστατεύει αφού αυτό τους μείωσε τα έσοδα με αποτέλεσμα να μην μπορούν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους.
Συνέχισαν να περπατούν και ο βασιλιάς ακόμα δεν μπορούσε να βρει κάτι που να του θυμίζει τον τόπο που τόσο είχε αγαπήσει. Μα που είναι όλα αυτά τα υπέροχα, κατά γενική ομολογία, κτήρια που είχε κατασκευάσει; Όλα όσα είχαν συναντήσει μέχρι τώρα δεν ήταν τίποτε άλλο από αρχιτεκτονικά σκουπίδια. Τσιμεντένια κουτιά, δίχως τίποτε επάνω τους που να τους προσδίδει χάρη. Τίποτε πέραν από πασαλείμματα μπογιάς, περιττώματα πουλιών και την ανελέητη φθορά του χρόνου. Κάποια στιγμή έφτασαν σε ένα ξέφωτο, μια μεγάλη πλατεία. Και τότε το άυλο πρόσωπό του έλαμψε από χαρά. Στα αριστερά τους μέσα από το άνοιγμα ενός δρόμου, αναγνώρισε και ας είχε περάσει ενάμιση αιώνας, το κτήριο του πανεπιστημίου. Τράβηξε το συνοδό του προς τα εκεί. Βγήκαν σε έναν άλλο πολυσύχναστο δρόμο με τα οχήματα να κατεβαίνουν σε μια ατελείωτη ουρά και τους ανθρώπους να πηγαινοέρχονται το ίδιο σκυθρωποί. 
Το κτήριο ορθώνονταν από την απέναντι πλευρά και του ήταν απόλυτα γνώριμο. Ήταν το πανεπιστήμιο. Και δίπλα του η βιβλιοθήκη και η ακαδημία και μπροστά τα αγάλματα των αρχαίων θεών. Όπως τα είχε αφήσει, όμως ήταν μόνο αυτά. Όλα τα άλλα; Τα άλλα τα είχαν γκρεμίσει και στη θέση τους είχαν φτιάξει αυτά τα άθλια κουτιά από τσιμέντο, μέταλλο και γυαλί. Άρχισαν να ανηφορίζουν το δρόμο. Λίγο πιο πάνω μπόρεσε να αναγνωρίσει άλλα δυο τρία κτήρια. Συνέχισαν να περπατούν ώσπου από το σημείο που ο δρόμος τους έκανε μία στροφή μπόρεσαν να δουν την πλατεία με το μεγάλο κτήριο να δεσπόζει επάνω από αυτήν. Αναγνώρισε τα ανάκτορα. Ίδια και απαράλλακτα όπως τα άφησε. Στην πλατεία με το μνημείο, οι φρουροί ντυμένοι με την τόσο γνώριμη και αγαπημένη σ' αυτόν φορεσιά, έκαναν τουριστική ατραξιόν σε καμιά εκατοστή τουρίστες. Περπάτησαν λίγο πιο πέρα, εκεί που ήταν ο κήπος, ο κήπος τους. Βρήκαν τις πόρτες ανοιχτές και πάρα πολλοί άνθρωποι έμπαιναν και έβγαιναν ελεύθερα. Έκαναν τη βόλτα τους μέσα στα δρομάκια του και ο βασιλιάς αναστέναξε από νοσταλγία και θλίψη. Νοσταλγία γιατί θυμήθηκε τους περιπάτους του με την αγαπημένη του σύντροφο και θλίψη για την τωρινή κατάσταση του άλλοτε μεγαλόπρεπου κήπου. Σε ολόκληρη τη διαδρομή τους δεν συνάντησαν ούτε ένα φροντιστή, ούτε κάποιον που να καθαρίζει σκουπίδια και ξεραμένα φύλλα που σχημάτιζαν σωρούς περιμένοντας, προφανώς τον δυνατό αέρα για να τα σκορπίσει.
Βγήκαν πολύ πιο κάτω. Πέρασαν από ένα πάρκο όπου μέσα βρίσκονταν κάτι πολύ γνώριμες σ αυτόν κολώνες, υπολείμματα αρχαίου αρχιτεκτονικού θησαυρού και συνέχισαν για να ανέβουν στο βράχο απέναντι με τα πολλά αρχαία ερείπια επάνω του. «Έλα», είπε στον αρχάγγελο, «από εκεί επάνω θα έχουμε θέα για ολόκληρη την περιοχή».
Κατάμεστη ήταν η κορυφή του βράχου από τουρίστες. Ο βασιλιάς, τραβώντας τον συνοδό του από το χέρι, πήγε μέχρι την άκρη του με το προστατευτικό τείχος. Έμεινε με ανοικτό το στόμα με αυτό που αντίκρισε. Μπρός του είδε τα τρία μεγάλα βουνά που περικλείουν την περιοχή και τον λόφο με το άσπρο εκκλησάκι στην κορυφή και πίσω του στο βάθος τη θάλασσα. Μπορούσε να δει τα ανάκτορα με τον κήπο τους και κάτω από το τείχος του βράχου, στις παρυφές του λόφου, τα μικρά χαμόσπιτα που έφτιαξαν οι κτιστάδες του για να εγκατασταθούν τον καιρό που γίνονταν τα μεγάλα έργα και τα σπουδαία κτήρια. Η τεράστια πόλη με τα άθλια τσιμεντένια κτήρια είχε απλωθεί και γέμιζε όλο τον υπόλοιπο χώρο του λεκανοπέδιου και έφτανε μέχρι κάτω στη θάλασσα. Όπου και αν έστρεφε το μάτι του τσιμέντο, γυαλί και λαμαρίνα έβλεπε.
«Έλα πάμε να φύγουμε, είπε στον φύλακα του. Μου φτάνουν όσα είδα και για να είμαι ειλικρινής άλλα περίμενα να δω. Και οι άνθρωποι μου φαίνεται πως δεν είναι ευτυχισμένοι. Άλλη χώρα ήθελα εγώ. 
Ξέρεις, αισθάνομαι κάπως πιο ήρεμος τώρα, δικαιωμένος. Πίστευα ότι κάτι δεν έκανα καλά και μου πήραν τον θρόνο για να τον δώσουν σε άλλον που θα τα έκανε καλύτερα. Μετά πληροφορήθηκα ότι κατάργησαν την βασιλεία και ανέλαβαν την εξουσία οι εκλεκτοί του λαού που τους ψηφίζουν για να τους εκπροσωπούν και να φροντίζουν για την ευμάρεια του. Δημοκρατία τον ονομάζουν αυτό τον τρόπο διακυβέρνησης και δεν ξέρω αν το γνωρίζεις, η Δημοκρατία γεννήθηκε σ αυτόν εδώ τον τόπο, από τους αρχαίους προγόνους των μίζερων αυτών ανθρώπων που συναντήσαμε σήμερα. Για να είμαι όμως ειλικρινής, δεν νομίζω ότι τους έκανε καλό αυτή η αλλαγή. Δεν υπήρχε η ωριμότητα για να την αξιολογήσουν και να την εκμεταλλευτούν σαν ένα πολυεργαλείο ανάπτυξης».
Ο αρχάγγελος τον άκουσε με προσοχή και όταν εκείνος σώπασε, τον χτύπησε με κατανόηση στον ώμο λέγοντας του ότι θα έπρεπε να είναι πολύ ευχαριστημένος και υπερήφανος για το όραμα του και για ότι από αυτό πρόλαβε να υλοποιήσει. «Τα έργα σου, θα βρίσκονται πάντα εκεί, τον διαβεβαίωσε, για να διηγούνται στους ανθρώπους την ιστορία σου. Την ιστορία ενός νεαρού Βασιλιά που αγάπησε τη χώρα του πολύ».

Συγγραφέας: Μιχάλης Τριανταφύλλου
Ο Μιχάλης Τριανταφύλλου γεννήθηκε το 1952 στα Γιάννενα από γονείς νησιώτες που βρέθηκαν εκεί λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων του πατέρα του. Είναι Α’ μηχανικός του Εμπορικού Ναυτικού σε απομαχία, απόφοιτος της ΑΔΣΕΝ, Μηχανικών Σκαραμαγκά / τάξη 1974 και κάτοχος διπλώματος μηχανικού του Εμπορικού Ναυτικού, Α’ τάξης. Κατά την τριακονταετή ναυτική του καριέρα έχει εργαστεί σε εμπορικά πλοία των περισσοτέρων κατηγοριών, αλλά και σε επιτελική θέση στεριάς. Έχει ασχοληθεί με την μετάφραση ναυτικών τεχνικών κειμένων και έχει δημοσιεύσει άρθρα, σε περιοδικά και διαδικτυακές εφημερίδες. Το 2020 εξέδωσε τη συλλογή από ναυτικά διηγήματα με τίτλο “Από αλμύρα και ατσάλι“, εκδόσεις της Νέας Διάστασης

Πέμπτη 15 Απριλίου 2021

" Συναισθήματα 2020" της Ελισσάβετ Χρυσοπούλου

2020
" Η χρονιά που άλλαξε τη ζωή μας με την πανδημία.
Λύπη, φόβος, ανησυχία, εγκλεισμός, αναμονή, ελπίδα για την επιστροφή στην κανονικότητα που είχαμε.
Και η ζωή που συνεχίζει να κυλά μέσα στο χρόνο, γράφοντας τη δική της ιστορία."

Όλα αυτά και για όσα ακόμα αναστατώνουν τη σκέψη κι ευαισθητοποιούν την ψυχή της ποιήτριας Ελισσάβετ Χρυσοπούλου, θα δούμε αποτυπωμένα στις σελίδες της νέας της έκδοσης " Συναισθήματα 2020".

" Καινούριο παραμύθι"

Πόσο λυπάμαι τα παιδιά
Αθώες είναι οι ψυχές τους
Κακοί δράκοι οι αγκαλιές
Και η καλή νεράιδα
Ζει μες στην απόσταση

Πώς να το καταλάβουν
Τα παιδιά, χρειάζονται
άλλα παραμύθια
Άλλες νεράιδες
Καινούργιους δράκους.

Στα ποιήματα της αποτυπώνεται η ανησυχία για το αύριο. Το αδιανόητο που βιώνει. Προσπαθεί ως άλλη Πειθία να βρει τον χρησμό για το μέλλον που διαγράφεται αβέβαιο! Πώς άραγε θα  είναι οι σχέσεις; Οι επαφές;

"... Κραυγές θα γίνουν οι φωνές
οι μάσκες τα χαμόγελα θα κρύβουν
τα μάτια δάκρυα γεμίζουν
ο ήλιος κοιτά αδιάφορα."

Φοβάται και ψάχνει! Ψάχνει για μια άνοιξη, για ένα καλοκαίρι. Για το ζεστό αγκάλιασμα ενός χαμόγελου!! Φοβάται αυτό τον εγκλεισμό...την τόση ησυχία!

" Βλέμματα"
Τι θα ήταν η γαλάζια
θάλασσα του Αυγούστου
χωρίς τα γέλια με παιδιών
τα μάτια των ερωτευμένων
των ηλικιωμένων τη χαρά
στην αμμουδιά της.

Νεκρά φύση ζωγραφισμένη
σε καμβά ενός πίνακα
και θα γινόταν ζωντανή
μέσα από βλέμματα
παιδιών, ερωτευμένων
του κόσμου όλου, βλέμματα.


Συγγραφέας: Ελισσάβετ Χρυσοπούλου
Η Ελισσάβετ Χρυσοπούλου γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Καλαμαριά. Από μικρή συνήθιζε να ξεδιπλώνει στο χαρτί ότι την άγγιζε. Έχει παρακολουθήσει μαθήματα δημιουργικής γραφής, ενώ η ποιητική συλλογή " Θάλασσα" είναι η πρώτη συγγραφική της απόπειρα.

" Παίξε γλυκιά μου φυσαρμόνικα" του Μιχάλη Τριανταφύλλου



Κάπου εκεί, στα δεκατέσσερα, άρχισαν οι αναζητήσεις μου στον χώρο της μουσικής. Άρχισα να ακούω και ήθελα να παίξω μουσική. Ονειρευόμουν να γίνω σαν κάποιον από εκείνους τους μακρυμάλληδες νεαρούς μουσικούς με το φαντεζί στυλ που στελέχωναν τα διάφορα μουσικά συγκροτήματα της εποχής, ξένα και εγχώρια, και σε κάθε τους εμφάνιση έκαναν το κοινό να παραληρεί από ενθουσιασμό. Ζούσαμε ένα καινούριο μουσικό κίνημα που άρχισε κάπου στις πολύ αρχές της δεκαετίας του ΄60 και σύντομα κατέκλυσε τις μουσικές σκηνές και τα ραδιόφωνα σε ολόκληρο τον κόσμο και κυρίευσε τις ψυχές του νεαρόκοσμου, εκτοπίζοντας παλιά μουσικά ρεύματα και ακούσματα.Τα μέλη των συγκροτημάτων και οι τραγουδιστές έγιναν ήρωες, έγιναν πρότυπα για μίμηση. Η μουσική και τα τραγούδια τους θρησκεία. Τα πάρτι στα σπίτια έδιναν και έπαιρναν με το χύμα βερμούτ να ρέει άφθονο και τα ζευγάρια να σφιχταγκαλιάζονται σέρνοντας τα βήματα, στα σιγανά, λάγνα ακούσματα των μπλουζ.Ένα μουσικό όργανο που συμπεριλάμβανε το «οπλοστάσιο» των περισσότερων συγκροτημάτων, ήταν το σαξόφωνο. Αυτό το χάλκινο πνευστό που βασικό του πλεονέκτημα είναι η ποικιλία και η ομορφιά του χρώματός στον ήχο, κάποτε βαριά και ήρεμη και άλλες φορές ονειρική, μελαγχολική και αχνή, σαν αδύναμη ηχώ μέσα στην σιωπή. Κάθε φορά που τύχαινε να παρακολουθήσω μουσικά συγκροτήματα να παίζουν, τις περισσότερες φορές μέσα από ταινίες στο σινεμά, τα μάτια μου καρφώνονταν στον σαξοφωνίστα και με μάγευε ο τρόπος που έπαιζε με τα μάγουλα φουσκωμένα και το κορμί του να γέρνει, άλλες φορές προς τα μπρός και άλλες προς τα πίσω ανάλογα με τον ρυθμό. Και όταν όλα σταματούσαν για να παίξει μόνο αυτός στα κουπλέ, έλεγα πως ΝΑΙ, πρέπει και εγώ να γίνω σαξοφωνίστας. Έπεισα λοιπόν τον πατέρα μου να παρακαλέσει τον δάσκαλο της φιλαρμονικής στην μικρή πόλη της ανατολικής Κρήτης που, λόγω των επαγγελματικών του υποχρεώσεων κατοικούσαμε, για να με δεχτεί σαν μαθητή του. Επίσης, τον έβαλα να μου υποσχεθεί ότι εφ όσον η πρόοδός μου στην γνώση του οργάνου θα ήταν ικανοποιητική, θα μου αγόραζε το δικό μου σαξόφωνο. Έτσι άρχισαν τα μαθήματα. Δεν θα ξεχάσω ποτέ την συγκίνηση μου όταν πρωτοπήρα το σαξόφωνο της φιλαρμονικής στα χέρια και το κρέμασα στον λαιμό μου. Με τα μάτια της φαντασίας είδα τον εαυτό μου να παίζει με τους Olympians, το αγαπημένο μου Ελληνικό συγκρότημα, στη σκηνή του Παλαί Ντε Σπόρ μπροστά σε ένα κοινό που παραληρούσε.
Πρώτο, δεύτερο, τρίτο μάθημα όλα καλά και εκεί ήταν που έγινε το κακό. Αντί να ασκηθώ σ’ αυτά που μου έδινε ο δάσκαλος, που δεν ήταν τίποτε άλλο από ένα απλό ντο-ρε-μι και άντε πάλι από την αρχή και ξανά και ξανά μέχρις ότου το αυτί του να ικανοποιηθεί και να με πάει ένα βήμα πιο κάτω, εγώ σηκώθηκα στη μέση της αίθουσας έγειρα το κορμί μπροστά, έκλεισα τα μάτια σφικτά και φυσώντας στο επιστόμιο με το καλαμάκι ενώ ταυτόχρονα πάτησα τρία – τέσσερα κλειδιά έβγαλα ένα τραγικό ήχο, κάτι σαν δυνατή πορδή. Ένοιωθα Θεός εκείνη την ώρα. Είδα με τα μάτια της αχαλίνωτης φαντασίας μου τον τραγουδιστή του συγκροτήματος που με την φαντασία μου συμμετείχα, να στρέφει το κεφάλι του από το μικρόφωνο και να με παροτρύνει να συνεχίσω το σόλο μου. Χαμογέλασα και ετοιμάστηκα για τη συνέχεια, μα κάτι με σταμάτησε βίαια. Ήταν η σφαλιάρα από τον δάσκαλο και τα χάχανα της “μαρίδας” από την αίθουσα. Κοίταξα αποσβολωμένος τον μαέστρο σχεδόν παγωμένος. Ύστερα με μια αστραπιαία κίνηση ξεκρέμασα το όργανο και σχεδόν του το πέταξα. Ίσα που πρόλαβε να το αρπάξει στον αέρα. Στη συνέχεια άνοιξα την πόρτα και έφυγα τρέχοντας. Είχα θυμώσει πολύ, πάρα πολύ! Και είχα θυμώσει γιατί δεν μπόρεσε να διαβλέψει το ταλέντο μου, αλλά και για την χειροδικία του. Καλά για το δεύτερο, την σφαλιάρα, δεν μπορούσα να κάνω τίποτα. Με ένα παιδαγωγικό σύστημα που ως αξίωμα είχε «το ξύλο βγήκε από τον παράδεισο», διαμαρτυρία δεν σήκωνε. Η αμφισβήτηση του ταλέντου μου όμως; Εδώ δεν σήκωνε υποχώρηση.
Το βράδυ στο σπίτι που ερωτήθηκα από τον φιλόμουσο πατέρα μου για την πρόοδο μου, του περιέγραψα τα γεγονότα και δήλωσα ότι την φιλαρμονική και τον Ζαχαρία τον μαέστρο της, δεν ήθελα ποτέ να ξαναδώ ή να ξανακούσω. Μάταια ο πατέρας μου προσπάθησε να μου αλλάξει γνώμη. Ανένδοτος εγώ. Το μουσικό σαράκι όμως με έτρωγε. Ήθελα οπωσδήποτε να μάθω ένα μουσικό όργανο για να βγάζω μέσα απ αυτό τους νταλκάδες μου. Στο εμπορικό του Γιάννη Δερμιτζάκη που πούλαγε και κάποια μουσικά όργανα, μια και ο ίδιος ήταν λυράρης μουσικός, φιγουράρανε στη βιτρίνα του δυο τρείς φυσαρμόνικες Hohner. Όποτε κατέβαινα στην αγορά ή στην παραλία της πόλης και περνούσα απ εκεί, στεκόμουν και τις χάζευα. Πλησίαζαν Χριστούγεννα και ένα βραδάκι που ο πατέρας μου επέστρεψε «χαρούμενος» στο σπίτι εξ αιτίας μερικών τσικουδιών, φόρεσα το καλύτερο χαμόγελο μου και τον πλησίασα. «Τι είναι;», με ρωτάει. «Να», του λέω, «πώς να σου το πω, μια και η φιλαρμονική δεν μου έκατσε και αφού δεν υπάρχει ιδιώτης δάσκαλος για να μάθω το σαξόφωνο, έλεγα μήπως μου αγόραζες μια φυσαρμόνικα από αυτές που είδα στην βιτρίνα του Δερμιτζάκη, ώστε να εκτονώσω τον μουσικό δαίμονα που έχω μέσα μου».
«Δύσκολο όργανο» μου λέει εκείνος «….και δεν διδάσκεται. Θα πρέπει μόνος σου να το κάνεις. Προσπάθησα και εγώ κάποτε αλλά δεν τα κατάφερα». « πάρε μου την εσύ και θα δεις», είπα με πείσμα και αυτοπεποίθηση, τόση που τον έπεισα, γιατί το επόμενο κιόλας βράδυ, επέστρεψε στο σπίτι με ένα γλυκό χαμόγελο και μια διπλή μαύρη φυσαρμόνικα Hohner Tango, διπλωμένη μέσα σε ένα κομψό πακετάκι. Αφού την περιεργάστηκα καλά, την έβαλα στο στόμα μου και φύσηξα μέσα από τις τρύπες της. Στην αρχή έτσι, στην τύχη. Στο κατόπιν όμως άρχισα να βάζω σε μια σειρά τις νότες. Ντο,ρε,μι,φα,σολ,λα,σι,ντο και ανάποδα και ξανά από την αρχή σε διάφορους τόνους. Ο ήχος της με μάγευε.
 Ο πατέρας, με το που επέστρεφε στο σπίτι το βράδυ, την έπαιρνε στα χέρια του και έπαιζε στο περίπου, κάτι που θύμιζε το δημοτικό άσμα «γερακίνα» και ένα άλλο, επίσης δημοτικό, την «Σαμιώτισα». «Άντε ακόμα να μάθεις κάτι;» με ρωτούσε κι εγώ ένοιωθα άβολα. Δύσκολο όργανο αλλά είχα θέληση και πείσμα. Ετσι έβαλα τα δυνατά μου και ένα βράδυ που επέστρεψε στο σπίτι του είπα να καθίσει κάτω για να απολαύσει την πρώτη μελωδία μου. Στήθηκα μπρός σε εκείνον και την μάνα μου, που ομολογουμένως είχα ξεκουφάνει όλη την ημέρα με τις πρόβες μου, έφερα την φυσαρμόνικα στα χείλη μου και έπαιξα το:

Μ’ άσπρα πουλιά και σύννεφα
τον ουρανό θα ντύσω
και τ’ όνομα σου αθάνατο
στην πέτρα θα κεντήσω.
Στο περιβόλι τ’ ουρανού
θα μπω για να διαλέξω
δάφνη μυρτιά κι αμάραντο
στεφάνι να σου πλέξω.
Αθήνα, Αθήνα.
Χαρά της γης και της αυγής
μικρό γαλάζιο κρίνο.
Κάποια βραδιά στην αμμουδιά
κοχύλι σου θα μείνω.

Το κομμάτι το έπαιξα πολύ καλά γιατί έμεινε ο πατέρας μου με το στόμα ανοιχτό να με κοιτάζει και σαν έκανα φινάλε σηκώθηκε και με αγκάλιασε. «Άμα θέλεις μπορείς» μου είπε και κοίταξε με νόημα την μάνα μου για να δει αν συνορίζεται την χαρά του. Απ εκείνη τη βραδιά και μετά η φυσαρμόνικα έγινε σύντροφος. Την παραμονή των Χριστουγέννων και της πρωτοχρονιάς βγήκα στην γύρα για τα κάλαντα με την φυσαρμόνικα και είχα απίστευτη επιτυχία γιατί η τσέπη μου γέμισε χρήματα.
Έπαιζα ατέλειωτες ώρες ανακαλύπτοντας καινούριες μελωδίες τις οποίες παρουσίαζα στον πατέρα μου που τώρα είχε πάρει το ρόλο του κριτή στα σοβαρά. Ο ίδιος είχε πολύ μουσικό αυτί, έπαιζε μαντολίνο και τραγουδούσε ντουέτα με την πολύ καλλίφωνη μητέρα μου. Άρχισα σιγά σιγά να μαθαίνω τις μελωδίες τους και τους συνόδευα με την φυσαρμόνικά μου.
Πέρασαν τα χρόνια και παράλληλα με όποιες άλλες δεξιότητες απέκτησα μέσα από το σχολείο και τις σπουδές μου, την φυσαρμόνικα ποτέ δεν την ξέχασα και ποτέ δεν την άφησα από τα χέρια μου. Μου άρεσε, με διασκέδαζε, με ξεκούραζε. Μαζί μου σε εκδρομές και σε συναντήσεις διασκέδασης με τους φίλους μου, πότε μόνη της και πότε με την συνοδεία μιας κιθάρας, γέμιζε την ατμόσφαιρα με νταλγκάδες. Ο ήχος της έβγαινε κατά πως ήταν η διάθεσή μου, λυγμός όταν δεν είχα κέφι και κελάρυσμα γέλιου όταν ήμουν χαρούμενος. Γέμιζε η μελωδία της την πλατεία του Σαρπάκη στα Φηρά κάτι βράδια με φεγγάρι και την παραλία του Αη Γιώργη στη Νάξο καθισμένος την αμμουδιά με την αγαπημένη γερμένη στον ώμο μου να μετρά τα αστέρια και ένα γύρω, σκιές παρακαθήμενοι να σιγοτραγουδούν στις νότες της. Και μετά σωρός τα παλαμάκια και φωνές να παροτρύνουν «κι άλλο, κι άλλο».
Ναύτης στο Παλάσκα, το κέντρο εκπαίδευσης νεοσυλλέκτων είχα την φυσαρμόνικα στο σακίδιο μου. Τα βράδια πριν το σιωπητήριο μαζευόμαστε καμιά δεκαριά νοματαίοι για να βγάλουμε όλα μας τα ντέρτια με κανένα τραγουδάκι κι εγώ στο κέντρο με την φυσαρμόνικα έβαζα τα δυνατά μου για το καλύτερο αποτέλεσμα.
Κάποια μέρα μας είπαν να συγκεντρωθούμε σε παράταξη στην πλατεία και εκεί ένας αξιωματικός της φιλαρμονικής μπάντας του Ναυτικού ήρθε για άγρα νέων μουσικών.
«Όσοι γνωρίζουν κάποιο μουσικό όργανο να κάνουν ένα βήμα μπροστά», είπε με αδρή φωνή. Βγήκαν τρείς τέσσερεις νεοσύλλεκτοι και μαζί μ’ αυτούς και εγώ. Άρχισε ο αξιωματικός να ρωτάει ένα- ένα για το τί όργανο γνωρίζει. Έφθασε και η σειρά μου. Στάθηκα προσοχή και με επισημότητα στην φωνή απάντησα στην ερώτησή του. «Φυσαρμόνικα»! Με κοίταξε συνοφρυωμένος και μου φώναξε «πήγαινε στη σειρά σου παιδί μου. Άκου φυσαρμόνικα. Σε λίγο θα βγει κάποιος και θα μου πει πως ξέρει να σφυρίζει». Κανείς δεν γέλασε στην παρατήρησή του, ούτε που μειδίασε καν. Ήταν όλοι αυτοί που με άκουγαν τα βράδια στον θάλαμο να τους διασκεδάζω με τις μελωδίες μου.
Πέρασαν τα χρόνια, ταξίδευα στις μακρινές θάλασσες της Ιαπωνίας. Παραμονές Χριστουγέννων το καράβι μου ρεμετζάρισε στις αποβάθρες της Γιοκοχάμα. Ένα πρωί έκανα βόλτα στην πολυσύχναστη αγορά της και το βλέμμα μου μαγνήτισε σε κάποια βιτρίνα, μια σειρά από διατονικές φυσαρμόνικες της Tombo. Μπήκα στο κατάστημα και ζήτησα στον πωλητή να μου τις δείξει. Εκείνος τις έφερε κρατώντας τις με γαντοφορεμένο χέρι και με ευλάβεια. Η συγκεκριμένη φυσαρμόνικα ήταν διαθέσιμη σε όλα τα κλειδιά και κλίμακες ματζόρε – μινόρε. Ήμουν διατιθέμενος να αγοράσω ολόκληρη την σειρά. Ζήτησα από τον πωλητή να μου επιτρέψει να δοκιμάσω κάποια από αυτές. Εκείνος μειδίασε και μου έγνευσε σείοντας το κεφάλι του και κουνώντας την παλάμη του χεριού του με τρόπο που δεν καταλαβαίνεις αν είναι ναι ή όχι. Τελικά ήταν όχι. Δεν μου το επέτρεπε. Του λέω Ο.Κ, αυτή την φυσαρμόνικα την αγοράζω. Μου είπε την τιμή. Έβγαλα το πορτοφόλι και την πλήρωσα.
Αμέσως μετά την έβγαλα από το κουτί της και άρχισα σε ντο ματζόρε να παίζω το “never on Sunday”, Ελληνιστί «τα παιδιά του Πειραιά». Και αμέσως μετά, μια και ήταν παραμονή Χριστουγέννων το «silent night” η Άγια νύχτα. Έμειναν πωλητές και πελάτες να με ακούν. Και σαν τέλειωσα τους χάρισα ένα χαμόγελο και εκείνοι μου επέστρεψαν ένα θερμό χειροκρότημα. Ο πωλητής με πλησίασε με απολογητικό ύφος και προσφέροντάς μου τις υπόλοιπες φυσαρμόνικες της σειράς μου είπε «You are a very good harmonica performer. You may try all of them»! Τις αγόρασα, φυσικά, όλες και τις δοκίμασα αργότερα στην καμπίνα του πλοίου μου αλλά και στο σαλόνι κατά την διάρκεια του χριστουγεννιάτικου ρεβεγιόν κάτω από τις επευφημίες των συναδέλφων.
Είναι αυτές, οι ίδιες φυσαρμόνικες που παρόλο ότι έχουν περάσει κάποιες δεκαετίες από τότε, τις διατηρώ σε πάρα πολύ καλή κατάσταση και πολύ συχνά τις χρησιμοποιώ. Είναι αυτές που κατά την διάρκεια του εγκλεισμού λόγω πανδημίας κορωνοϊού , είχα την ιδέα να κάνω τρείς “live” παραστάσεις και να μοιραστώ με τους φίλους μου τις μελωδίες που αγάπησα, που αγαπήσαμε όλοι μας.


Συγγραφέας: Μιχάλης Τριανταφύλλου
Ο Μιχάλης Τριανταφύλλου γεννήθηκε το 1952 στα Γιάννενα από γονείς νησιώτες που βρέθηκαν εκεί λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων του πατέρα του. Είναι Α’ μηχανικός του Εμπορικού Ναυτικού σε απομαχία, απόφοιτος της ΑΔΣΕΝ, Μηχανικών Σκαραμαγκά / τάξη 1974 και κάτοχος διπλώματος μηχανικού του Εμπορικού Ναυτικού, Α’ τάξης. Κατά την τριακονταετή ναυτική του καριέρα έχει εργαστεί σε εμπορικά πλοία των περισσοτέρων κατηγοριών, αλλά και σε επιτελική θέση στεριάς. Έχει ασχοληθεί με την μετάφραση ναυτικών τεχνικών κειμένων και έχει δημοσιεύσει άρθρα, σε περιοδικά και διαδικτυακές εφημερίδες. Το 2020 εξέδωσε τη συλλογή από ναυτικά διηγήματα με τίτλο “Από αλμύρα και ατσάλι“, εκδόσεις της Νέας Διάστασης

Κυριακή 11 Απριλίου 2021

"Θάλασσα" της Ελισσάβετ Χρυσοπούλου

 
Η Ελισσάβετ Χρυσοπούλου μέσα από την ποιητική της συλλογή " Θάλασσα" αποτυπώνει τις ανησυχίες και τις σκέψεις της για το αύριο!

"Ομίχλη"
Πυκνή η ομίχλη
θολώνει την όρασή μου
με προσοχή περπατώ
δε βλέπω που πηγαίνω
τα βήματά μου αργά, νωχελικά
δεν ξέρω που με πάνε
και ωστόσο περπατώ...

Μιλάει για τα έντονα συναισθήματα που δημιουργεί ο έρωτας και την άνοιξη που κουβαλάει μέσα του!

"... απ'την πολλή τη ζέστη του σταμάταγε η καρδιά της!..."

"... Όλα ξυπνάνε γύρω τους, ζεσταίνονται και ανθίζουν
άνθρωποι, ζώα και φυτά τον έρωτα χαρίζουν!!"

Στοχάζεται για το χρόνο και την ύπαρξη μας μέσα σ'αυτόν. Μα δεν ξεχνάει να μας θυμίσει πως η πορεία μας πάντα φωτίζεται από ένα λαμπρό ήλιο!!

"Υπάρχει"
Υπάρχει ένας τόπος όπου ο ήλιος λάμπει πιο πολύ!
Υπάρχει ένας τόπος όπου τα λουλούδια ευωδιάζουν πιο πολύ!
Υπάρχει ένας τόπος όπου τα πουλιά κελαηδούν συνεχώς!
Υπάρχει ένας τόπος που οι άνθρωποι είναι πιο καλοί!

Η φύση του μαγευτική όλες τις εποχές
Φωτίζει όλων τις καρδιές
Οι άνθρωποι χαμογελούν
με αλληλεγγύη μεταξύ τους ζουν!

Αυτόν τον τρόπο διάλεξαν και οι θεοί,
γιατί εκεί η φύση, ο ήλιος η ζωή είναι
στ' αλήθεια φωτεινή!!

Η αλληλεγγύη...,ένα μικρούλι, όμορφο, ευαίσθητο παιδί,
τρέχει στους δρόμους και φωτίζει τη ζωή!!

Συγγραφέας: Ελισσάβετ Χρυσοπούλου
Η Ελισσάβετ Χρυσοπούλου γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Καλαμαριά. Από μικρή συνήθιζε να ξεδιπλώνει στο χαρτί ότι την άγγιζε. Έχει παρακολουθήσει μαθήματα δημιουργικής γραφής, ενώ η ποιητική συλλογή " Θάλασσα" είναι η πρώτη συγγραφική της απόπειρα.

Τρίτη 6 Απριλίου 2021

" Ανατολή " του Μιλτιάδη Ντόβα

Μια από τις πολυβραβευμένες ποιητικές συλλογές του εκλεκτού ποιητή Μιλτιάδη Ντόβα, "Η Ανατολή"  είναι μια παρότρυνση για να γευτούμε μια ιδεώδη Ανατολή. 
Ο ποιητής μας προσκαλεί, μας παρασύρει και μας αφυπνίζει μέσα από τους στίχους του!!

Δίψα της Νιότης
Αγάπης Πότης
Μοναδική

Θυμού θυμίαμα
κι η Νιότη ομοίωμα,
μ' αίμα βαμμένο!

Κάνουν υπόκλιση,
μπρος στην απόκληση,
της Απουσίας!

Τρίστιχα καλοδουλεμένα με βαθιά νοήματα.
Γκρεμίζουν την υπερτιμημένη υλιστική αξία, φωτίζοντας την ανθρώπινη ευαισθησία και υπόσταση!

Δέντρα κομμένα,
τα σπίτια ξένα!
Ζωή που φεύγει!

Φωτιάς σβηστήρι,
κλαίει μοναστήρι,
σκλάβου Χριστού!

Ορδές βαρβάρων,
οχτροί Πινδάρων,
ελπίδας Ων!

Εκδόσεις: Ωρίωνας
Συγγραφέας: Μιλτιάδης Ντόβας

Ο Μιλτιάδης Ντόβας γεννήθηκε στα Γιάννενα το 1972. Σπούδασε Φιλοσοφία και Παιδαγωγική είναι δε, Διδάκτωρ Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Είναι απόφοιτος του Προγράμματος Εξειδίκευσης στη Συμβουλευτική και τον Προσανατολισμό της ΑΣΠΑΙΤΕ. Εργάζεται ως Εκπαιδευτικός Ε.Α.Ε. Συνέγραψε πέραν της διδακτορικής του, διατριβής η οποία τιτλοφορείται «Ο Νέος Ανθρωπισμός στο έργο του Γιάννη Ιμβριώτη-Αξιολογικό σύστημα και φιλοσοφική προβληματική», και η οποία βραβεύτηκε ήδη τρις (α)Τιμητικό Βραβείο από τη Διεθνή Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών Δ.Ε.Ε.Λ, (β)Βραβείο Φιλοσοφικού Έργου στα πλαίσια των «Βραβείων Αριστείας Συγγραφικού Έργου 2016» που διεξήγαγε η International Art Academy και η International Art Society, γ)ΤΟ ΑΡΙΣΤΕΙΟ ΤΩΝ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ από το ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΤΩΝ ΙΔΕΩΝ (ΣΙΚΕΛΙΑΝΑ 2017)), φιλοσοφικά και ιστορικά δοκίμια, παραμύθια, τέσσερις χιλιάδες πεντακόσια ποιήματα, εννέα χιλιάδες χαϊκού και τρίστιχα και δύο έπη. Δημοσίευσε οκτώ Ποιητικές Συλλογές, οι οποίες τιτλοφορούνται: Ανδρομέδα Ένα, (2005), Δωδώνη, Κραυγές, (2006), Πανελλήνια Ένωση Συνεργασίας Νέων Λογοτεχνών, Ανδρομέδα Δύο, (2007), Δωδώνη, Θυμιές, (2012), Ωρίωνας, Αιχμαλωσιά, (2013), Ωρίωνας, Εκ Βαθέων Ψίθυροι, (2014), Ωρίωνας, Ανατολή, (2015), Ωρίωνας, Αψίδα, (2018), Ωρίωνας. Συμμετείχε σε πλειάδα Ανθολογιών –περί τις πεντακόσιες και πλέον-. Επίσης πρόσφατα εκδόθηκε και κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Verde Publications (Πράσινες Εκδόσεις Πανεπιστημίου Αιγαίου με τη συνεργασία των Εκδόσεων ΗΔΥΕΠΕΙΑ), τόσο η βραβευμένη Ποιητική Συλλογή του Μιλτιάδη Ντόβα «Το Φως των Ποιητών», ενώ από τις ίδιες εκδόσεις κυκλοφορεί ήδη η Κοινή με την κυρία Ευθαλία Θεοδωρίδη Επιστημονική Μελέτη του «Η Ενεργητική Ακρόαση και η Ενσυναίσθηση στη συμβουλευτική διαδικασία». Μία μελέτη, η οποία Βραβεύτηκε και με το «Βραβείο Επιστημονικής Μελέτης 2020» στα πλαίσια των «Βραβείων Αριστείας Συγγραφικού Έργου 2020», Διαγωνισμού-Θεσμού που διεξάγουν σε Ετήσια βάση η “International Art Academy” και η “International Art Society”. Ποιήματα του, δημοσιεύτηκαν σε Λογοτεχνικά Περιοδικά. Το 2015 μετείχε με τη Συλλογή του, Ψίθυροι στα Οδοφράγματα, της Δίγλωσσης (Ιταλικά-Ελληνικά) Ποιητικής Τριλογίας Ο Χρόνος της Ελπίδας, εκδόσεις Universum. Ποίηση του μεταφράστηκε στα Ιταλικά, τα Αραβικά και τα Αγγλικά. Έτυχε πολλών βραβεύσεων -περί τις εξακόσιες-. Είναι Τακτικό Μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.Ε.Λ, της Διεθνούς Ένωσης Κριτικών Λογοτεχνίας, της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών, της Διεθνούς Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, Δ.Ε.Ε.Λ, της οποίας και τυγχάνει Εκπρόσωπος για την Περιοχή της Ηπείρου, της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών, Π.Ε.Λ, της Αμφικτυονίας Ελληνισμού, της οποίας και τυγχάνει Εκπρόσωπος για την Περιοχή των Ιωαννίνων, της Ένωσης Λογοτεχνών Βορείου Ελλάδος, Ε.Λ.Β.Ε, του Ε.Π.Ο.Κ, του Ομίλου UNESCO Τεχνών Λόγου και Επιστημών Ελλάδος του Π.Ε.Σ.Ε.Α, της Ε.Ε.Π.Ε.Κ, -η οποία του έχει απονείμει και τον τίτλο του Διακεκριμένου Μέλους, της HCCMA και πολλών άλλων Λογοτεχνικών και Επιστημονικών Ενώσεων και Οργανισμών. Διετέλεσε δε, αλλά και μετέχει ως Μέλος Κριτικών Επιτροπών σε Λογοτεχνικούς Διαγωνισμούς, Κριτής και Εισηγητής σε Επιστημονικά Συνέδρια, είναι δε, Πρόεδρος του Πολιτιστικού Συλλόγου Περάματος «ΤΟ ΣΠΗΛΑΙΟ», μέσω του οποίου και ευελπιστεί να συμβάλλει στην άνοδο του πολιτιστικού και μορφωτικού επίπεδου του λαού της Περιοχής.

" Μοναξιά " του Μιχάλη Τριανταφύλλου

ΜΟΝΑΞΙΑ  (Θαλασσινό αφήγημα) Στεκόταν μπροστά στον πίνακα ελέγχου με τα μάτια καρφωμένα στους δείκτες που έπαιζαν μέσα στη θαμπή λάμψη των λ...