Δημοφιλείς αναρτήσεις

Τετάρτη 21 Απριλίου 2021

"Μια ιστορία σαν παραμύθι" του Μιχάλη Τριανταφύλλου

Μια φορά και ένα καιρό, στον ουράνιο κόσμο που πηγαίνουν οι άνθρωποι όταν πεθάνουν, «ζούσε» η ψυχή κάποιου που κάποτε στη γη ήταν βασιλιάς. Βασίλεψε σε πάρα πολύ νεαρή ηλικία, όχι στη χώρα που γεννήθηκε, αλλά σε μια ξένη, που μόλις είχε κερδίσει, μέσα από σκληρούς αγώνες, την ελευθερία της και προσπαθούσε να αποτινάξει τις στάχτες και τα αποκαΐδια της σκλαβιάς και του πολέμου για την ανεξαρτησία.
Οι «μεγάλοι» που ορίζουν τη μοίρα των «μικρών», αποφάσισαν πως αυτή η μικρή νεοσύστατη χώρα, για να κυβερνηθεί θα έπρεπε να αποκτήσει ένα βασιλιά. Ένα κυβερνήτη ο οποίος όμως θα ήταν του χεριού τους και θα μπορούσαν να τον ελέγχουν.
Ανάμεσα σε πάρα πολλούς, επέλεξαν τον πρίγκιπα της ιστορίας μας. Του έδωσαν το χρίσμα και επειδή ήταν ανήλικος ακόμα και δεν μπορούσε μόνος να ασκήσει τα βασιλικά του καθήκοντα, φρόντισαν να βάλλουν κηδεμόνες που θα μπορούσαν να τον καθοδηγούν και να τον κατευθύνουν έτσι όπως επιθυμούσαν οι «μεγάλοι». Πριν ξεκινήσει για την καινούρια πατρίδα, ο νεαρός πρίγκιπας, παντρεύτηκε την εκλεκτή της καρδιάς του. Έτσι η φτωχή χώρα απέκτησε ταυτόχρονα Βασιλιά, βασίλισσα και αντιβασιλείς, όπως έλεγαν τους καθοδηγητές του. Σαν έφτασαν στη νέα τους πατρίδα, μια χώρα ερειπωμένη και λεηλατημένη από την σκλαβιά και τον πόλεμο, εγκαταστάθηκαν και από την επόμενη κιόλας ημέρα, άρχισαν την ανασυγκρότηση της. Έφεραν τους καλύτερους αρχιτέκτονες και βρήκαν τους καλύτερους κτιστάδες. Άρχισαν με την ανοικοδόμηση της πόλης που επέλεξαν για να κτίσουν την πρωτεύουσα του κράτους και πολύ γρήγορα τα έργα επεκτάθηκαν σε όλη την επικράτεια. Έφτιαξαν το παλάτι τους και δίπλα του, με την προσωπική επίβλεψη της νεαρής βασίλισσας δημιούργησαν ένα υπέροχο κήπο, με λουλούδια, θάμνους και θεόρατα δένδρα που έφεραν από τα πέρατα του κόσμου. Έφτιαξαν νοσοκομείο, πανεπιστήμιο και βιβλιοθήκη. Έφτιαξαν κτήρια για να στεγάσουν τράπεζες και υπηρεσίες του κράτους. Έφτιαξαν θέατρα και μουσικές σκηνές, αρχιτεκτονικά αριστουργήματα σύμφωνα με τα πρότυπα των σύγχρονων πόλεων της εποχής.
Ο νεαρός βασιλιάς, είχε πολλά σχέδια και έκανε πολλά όνειρα για την χώρα που του εμπιστεύτηκαν και ήθελε να αποδείξει ότι μπορούσε να σταθεί αντάξιος της εμπιστοσύνης τους. Για να μπορέσει να καταλάβει καλύτερα το λαό, έμαθε τη γλώσσα του, ασπάστηκε τη θρησκεία του και δεν έχανε ευκαιρία να βγαίνει στο δρόμο, καλυμμένος, ώστε να μην τον αναγνωρίζουν, προσπαθώντας να καταλάβει πως σκέπτονται, ποια είναι τα προβλήματα και οι ανάγκες τους. Ο νεαρός αυτός είχε όραμα, πράγμα που δεν συναντά κανείς εύκολα και συχνά σε βασιλείς και κυβερνήτες. Ήθελε να βασιλεύει σε μια όμορφη χώρα και βοηθούμενος πάντα από τη βασίλισσα έβαζε όλες του τις δυνάμεις για να το επιτύχει.
Περνούσαν τα χρόνια και η χώρα προόδευε. Απέκτησε τακτικό στρατό, εκπαιδευμένο από αξιωματικούς των «μεγάλων» και δημόσια διοίκηση. Ο νεαρός βασιλιάς ενηλικιώθηκε και απαλλάχθηκε, φανερά τουλάχιστον, από την κηδεμονία των αντιβασιλέων. Μαζί με τη βασίλισσά του δεν έκαναν τίποτε άλλο από το να σκέπτονται και να υλοποιούν σχέδια ανάπτυξης για τη χώρα και το λαό της. Δυστυχώς για εκείνους, δεν απέκτησαν παιδιά. Η διαδοχή του Βασιλιά εφ όσον δεν υπήρχε διάδοχος, ήταν κάτι που ενοχλούσε τους «μεγάλους». Έτσι άρχισαν σιγά σιγά να προετοιμάζουν το έδαφος για την αντικατάστασή του που δεν άργησε να γίνει.
Με τη βασίλισσα του, εγκατέλειψαν τη χώρα που λάτρεψαν. Στο νέο τόπο που εγκαταστάθηκαν, ποτέ δεν ξέχασαν την πατρίδα της καρδιάς τους. Μιλούσαν τη γλώσσα της και φορούσαν τις φορεσιές της.
Ο Βασιλιάς από την πολύ στεναχώρια αρρώστησε βαριά. Μάταια προσπαθούσαν οι γιατροί να τον κάνουν καλά. «Πηγαίνετε με πίσω, αυτό είναι το φάρμακο που θα γιάνει», τους έλεγε. Πέθανε όμως δίχως να αξιωθεί να πάει ποτέ ξανά εκεί όπου είχε αφήσει την καρδιά και τη σκέψη του.
Μετά από πάρα πολλά χρόνια ο βασιλιάς, πήγε στον αρχάγγελο και του είπε ότι ζητάει ακρόαση από τον Θεό. Ο αρχάγγελος ικανοποίησε το αίτημα του και πράγματι οδηγήθηκε μπροστά στο μεγαλοδύναμο.
«Τι θέλεις;» τον ρώτησε Εκείνος. «Μεγαλοδύναμε, θέλω μια μεγάλη χάρη», απάντησε και συνέχισε κομπιάζοντας, «θέλω να μου επιτρέψεις να δω τη χώρα στην οποία ήμουν βασιλιάς. Την χώρα που αγάπησα και της αφιέρωσα τη ζωή μου. Με εκθρόνισαν όμως, με εξόρισαν και δεν μου επέτρεψαν να ξαναπάω. Αυτό με γέμισε θλίψη και ήταν η αιτία του θανάτου μου. Σε παρακαλώ κάνε μου αυτή τη χάρη. Έχουν περάσει από τότε, σχεδόν εκατόν εξήντα χρόνια. Έχω μεγάλη περιέργεια να δω την εξέλιξη τόσον της χώρας όσον και των κατοίκων της. Έμαθα, από ανθρώπους που πέθαναν και «ήρθαν» εδώ πολύ αργότερα από εμένα, ότι τώρα δεν υπάρχει Βασιλιάς για να τους κυβερνά, αλλά κυβερνά ο λαός με τους αντιπροσώπους που έχει εκλέξει. Δημοκρατία το λένε. Είμαι πολύ περίεργος να το δώ από κοντά. Σε ικετεύω, κάνε μου αυτή τη χάρη και εγώ θα είμαι αιώνιος και άοκνος υπηρέτης σου».
Το σκέφτηκε ο θεός και του έδωσε μια ολιγοήμερη άδεια με την προϋπόθεση ότι θα τον συνόδευε ένας αρχάγγελος. Την επόμενη κιόλας στιγμή βρέθηκαν να περπατούν στους δρόμους της πρωτεύουσας που όμως τίποτα δεν θύμιζαν στο βασιλιά.
«Μα που είναι τα κτήρια που έφτιαξα;», ρώτησε τον συνοδό του αρχάγγελο. «Είσαι σίγουρος ότι βρισκόμαστε στο σωστό μέρος;» «Ναι, σίγουρος είμαι», του απάντησε εκείνος «σιγά σιγά θα προσαρμοστείς, θα θυμηθείς, δεν μπορεί;».
Περπατούσαν σε ένα φαρδύ δρόμο ανάμεσα σε βιαστικούς διαβάτες και άσχημα κλειστά κτήρια, με άθλια εμφάνιση και βρώμικες προσόψεις. Κάπου κάπου συναντούσαν ανθρώπους να κοιμούνται στο δρόμο επάνω σε ανοιγμένα χαρτόκουτα, τυλιγμένοι μέσα σε κουρέλια. Έσκυψε και ρώτησε έναν από αυτούς γιατί βρισκόταν εκεί και όχι στο σπίτι του. Ο άνθρωπος τον κοίταξε με απορία. «Γιατί δεν έχω σπίτι, μου το πήρε η τράπεζα», του αποκρίθηκε. «Σου το πήρε η τράπεζα και πως γίνεται αυτό αφού πρόκειται για το δικό σου σπίτι;» ρώτησε ξανά ο βασιλιάς. «Μα που ζεις; Μου το πήρε η τράπεζα γιατί δεν είχα να πληρώσω τη δόση του δανείου που μου έδωσε για να το αγοράσω. Και δεν είχα να πληρώσω την δόση διότι το κράτος μου μείωσε τη σύνταξη μου στο μισό με αποτέλεσμα αυτή που μου απόμεινε να μην επαρκεί για να πληρώνω τις υποχρεώσεις μου και να έχω μία αξιοπρεπή ζωή».
Τον άφησε, αλλά η απάντηση που πήρε δεν του έλυσε την απορία, πως είναι δηλαδή δυνατόν η τράπεζα να παίρνει τα σπίτια των ανθρώπων. Και το κράτος; Τι έκανε για να τους προστατεύει αφού αυτό τους μείωσε τα έσοδα με αποτέλεσμα να μην μπορούν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους.
Συνέχισαν να περπατούν και ο βασιλιάς ακόμα δεν μπορούσε να βρει κάτι που να του θυμίζει τον τόπο που τόσο είχε αγαπήσει. Μα που είναι όλα αυτά τα υπέροχα, κατά γενική ομολογία, κτήρια που είχε κατασκευάσει; Όλα όσα είχαν συναντήσει μέχρι τώρα δεν ήταν τίποτε άλλο από αρχιτεκτονικά σκουπίδια. Τσιμεντένια κουτιά, δίχως τίποτε επάνω τους που να τους προσδίδει χάρη. Τίποτε πέραν από πασαλείμματα μπογιάς, περιττώματα πουλιών και την ανελέητη φθορά του χρόνου. Κάποια στιγμή έφτασαν σε ένα ξέφωτο, μια μεγάλη πλατεία. Και τότε το άυλο πρόσωπό του έλαμψε από χαρά. Στα αριστερά τους μέσα από το άνοιγμα ενός δρόμου, αναγνώρισε και ας είχε περάσει ενάμιση αιώνας, το κτήριο του πανεπιστημίου. Τράβηξε το συνοδό του προς τα εκεί. Βγήκαν σε έναν άλλο πολυσύχναστο δρόμο με τα οχήματα να κατεβαίνουν σε μια ατελείωτη ουρά και τους ανθρώπους να πηγαινοέρχονται το ίδιο σκυθρωποί. 
Το κτήριο ορθώνονταν από την απέναντι πλευρά και του ήταν απόλυτα γνώριμο. Ήταν το πανεπιστήμιο. Και δίπλα του η βιβλιοθήκη και η ακαδημία και μπροστά τα αγάλματα των αρχαίων θεών. Όπως τα είχε αφήσει, όμως ήταν μόνο αυτά. Όλα τα άλλα; Τα άλλα τα είχαν γκρεμίσει και στη θέση τους είχαν φτιάξει αυτά τα άθλια κουτιά από τσιμέντο, μέταλλο και γυαλί. Άρχισαν να ανηφορίζουν το δρόμο. Λίγο πιο πάνω μπόρεσε να αναγνωρίσει άλλα δυο τρία κτήρια. Συνέχισαν να περπατούν ώσπου από το σημείο που ο δρόμος τους έκανε μία στροφή μπόρεσαν να δουν την πλατεία με το μεγάλο κτήριο να δεσπόζει επάνω από αυτήν. Αναγνώρισε τα ανάκτορα. Ίδια και απαράλλακτα όπως τα άφησε. Στην πλατεία με το μνημείο, οι φρουροί ντυμένοι με την τόσο γνώριμη και αγαπημένη σ' αυτόν φορεσιά, έκαναν τουριστική ατραξιόν σε καμιά εκατοστή τουρίστες. Περπάτησαν λίγο πιο πέρα, εκεί που ήταν ο κήπος, ο κήπος τους. Βρήκαν τις πόρτες ανοιχτές και πάρα πολλοί άνθρωποι έμπαιναν και έβγαιναν ελεύθερα. Έκαναν τη βόλτα τους μέσα στα δρομάκια του και ο βασιλιάς αναστέναξε από νοσταλγία και θλίψη. Νοσταλγία γιατί θυμήθηκε τους περιπάτους του με την αγαπημένη του σύντροφο και θλίψη για την τωρινή κατάσταση του άλλοτε μεγαλόπρεπου κήπου. Σε ολόκληρη τη διαδρομή τους δεν συνάντησαν ούτε ένα φροντιστή, ούτε κάποιον που να καθαρίζει σκουπίδια και ξεραμένα φύλλα που σχημάτιζαν σωρούς περιμένοντας, προφανώς τον δυνατό αέρα για να τα σκορπίσει.
Βγήκαν πολύ πιο κάτω. Πέρασαν από ένα πάρκο όπου μέσα βρίσκονταν κάτι πολύ γνώριμες σ αυτόν κολώνες, υπολείμματα αρχαίου αρχιτεκτονικού θησαυρού και συνέχισαν για να ανέβουν στο βράχο απέναντι με τα πολλά αρχαία ερείπια επάνω του. «Έλα», είπε στον αρχάγγελο, «από εκεί επάνω θα έχουμε θέα για ολόκληρη την περιοχή».
Κατάμεστη ήταν η κορυφή του βράχου από τουρίστες. Ο βασιλιάς, τραβώντας τον συνοδό του από το χέρι, πήγε μέχρι την άκρη του με το προστατευτικό τείχος. Έμεινε με ανοικτό το στόμα με αυτό που αντίκρισε. Μπρός του είδε τα τρία μεγάλα βουνά που περικλείουν την περιοχή και τον λόφο με το άσπρο εκκλησάκι στην κορυφή και πίσω του στο βάθος τη θάλασσα. Μπορούσε να δει τα ανάκτορα με τον κήπο τους και κάτω από το τείχος του βράχου, στις παρυφές του λόφου, τα μικρά χαμόσπιτα που έφτιαξαν οι κτιστάδες του για να εγκατασταθούν τον καιρό που γίνονταν τα μεγάλα έργα και τα σπουδαία κτήρια. Η τεράστια πόλη με τα άθλια τσιμεντένια κτήρια είχε απλωθεί και γέμιζε όλο τον υπόλοιπο χώρο του λεκανοπέδιου και έφτανε μέχρι κάτω στη θάλασσα. Όπου και αν έστρεφε το μάτι του τσιμέντο, γυαλί και λαμαρίνα έβλεπε.
«Έλα πάμε να φύγουμε, είπε στον φύλακα του. Μου φτάνουν όσα είδα και για να είμαι ειλικρινής άλλα περίμενα να δω. Και οι άνθρωποι μου φαίνεται πως δεν είναι ευτυχισμένοι. Άλλη χώρα ήθελα εγώ. 
Ξέρεις, αισθάνομαι κάπως πιο ήρεμος τώρα, δικαιωμένος. Πίστευα ότι κάτι δεν έκανα καλά και μου πήραν τον θρόνο για να τον δώσουν σε άλλον που θα τα έκανε καλύτερα. Μετά πληροφορήθηκα ότι κατάργησαν την βασιλεία και ανέλαβαν την εξουσία οι εκλεκτοί του λαού που τους ψηφίζουν για να τους εκπροσωπούν και να φροντίζουν για την ευμάρεια του. Δημοκρατία τον ονομάζουν αυτό τον τρόπο διακυβέρνησης και δεν ξέρω αν το γνωρίζεις, η Δημοκρατία γεννήθηκε σ αυτόν εδώ τον τόπο, από τους αρχαίους προγόνους των μίζερων αυτών ανθρώπων που συναντήσαμε σήμερα. Για να είμαι όμως ειλικρινής, δεν νομίζω ότι τους έκανε καλό αυτή η αλλαγή. Δεν υπήρχε η ωριμότητα για να την αξιολογήσουν και να την εκμεταλλευτούν σαν ένα πολυεργαλείο ανάπτυξης».
Ο αρχάγγελος τον άκουσε με προσοχή και όταν εκείνος σώπασε, τον χτύπησε με κατανόηση στον ώμο λέγοντας του ότι θα έπρεπε να είναι πολύ ευχαριστημένος και υπερήφανος για το όραμα του και για ότι από αυτό πρόλαβε να υλοποιήσει. «Τα έργα σου, θα βρίσκονται πάντα εκεί, τον διαβεβαίωσε, για να διηγούνται στους ανθρώπους την ιστορία σου. Την ιστορία ενός νεαρού Βασιλιά που αγάπησε τη χώρα του πολύ».

Συγγραφέας: Μιχάλης Τριανταφύλλου
Ο Μιχάλης Τριανταφύλλου γεννήθηκε το 1952 στα Γιάννενα από γονείς νησιώτες που βρέθηκαν εκεί λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων του πατέρα του. Είναι Α’ μηχανικός του Εμπορικού Ναυτικού σε απομαχία, απόφοιτος της ΑΔΣΕΝ, Μηχανικών Σκαραμαγκά / τάξη 1974 και κάτοχος διπλώματος μηχανικού του Εμπορικού Ναυτικού, Α’ τάξης. Κατά την τριακονταετή ναυτική του καριέρα έχει εργαστεί σε εμπορικά πλοία των περισσοτέρων κατηγοριών, αλλά και σε επιτελική θέση στεριάς. Έχει ασχοληθεί με την μετάφραση ναυτικών τεχνικών κειμένων και έχει δημοσιεύσει άρθρα, σε περιοδικά και διαδικτυακές εφημερίδες. Το 2020 εξέδωσε τη συλλογή από ναυτικά διηγήματα με τίτλο “Από αλμύρα και ατσάλι“, εκδόσεις της Νέας Διάστασης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

" Μοναξιά " του Μιχάλη Τριανταφύλλου

ΜΟΝΑΞΙΑ  (Θαλασσινό αφήγημα) Στεκόταν μπροστά στον πίνακα ελέγχου με τα μάτια καρφωμένα στους δείκτες που έπαιζαν μέσα στη θαμπή λάμψη των λ...